Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'écriture
01
γράψιμο, γραφή
action ou manière d'écrire des lettres, des mots ou des textes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
écritures
Παραδείγματα
Son écriture est claire et lisible.
Η γραμματεία του είναι σαφής και ευανάγνωστη.
02
στυλ γραφής, τρόπος γραφής
manière particulière d'écrire ou de rédiger un texte
Παραδείγματα
L'écriture de cet auteur est très originale.
Το γράψιμο αυτού του συγγραφέα είναι πολύ πρωτότυπο.



























