l'écriture
écriture
ekʁityʁ
ekrityr
écritoire

Ορισμός και σημασία του "écriture"στα γαλλικά

01

γράψιμο, γραφή

action ou manière d'écrire des lettres, des mots ou des textes 
l'écriture definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
écritures
Παραδείγματα
Son écriture est claire et lisible. 

Η γραμματεία του είναι σαφής και ευανάγνωστη.

02

στυλ γραφής, τρόπος γραφής

manière particulière d'écrire ou de rédiger un texte 
Παραδείγματα
L'écriture de cet auteur est très originale. 

Το γράψιμο αυτού του συγγραφέα είναι πολύ πρωτότυπο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store