écrire
écrire
ekʁiʁ
ekrir
écrier

Ορισμός και σημασία του "écrire"στα γαλλικά

écrire
01

γράφω, συντάσσω

tracer des lettres ou des signes pour former un texte 
écrire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
écris
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
écrivons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
écrirai
ενεστώτα μετοχή
écrivant
παθητική μετοχή
écrit
α΄ πληθυντικό παρατατικού
écrivions
Παραδείγματα
J'écris une lettre à mon ami. 

Γράφω μια επιστολή στον φίλο μου.

02

γράφουμε ο ένας στον άλλον, αλληλογραφούμε

échanger des lettres ou des messages entre deux personnes ou plus 
Παραδείγματα
Nous nous écrivons chaque semaine. 

Γράφουμε ο ένας στον άλλον κάθε εβδομάδα.

03

γράφεται, καταγράφεται

être inscrit ou noté par écrit 
Παραδείγματα
Ce mot s'écrit avec un accent. 

Αυτή η λέξη γράφεται με τόνο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store