Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'écran
01
οθόνη, ασπίδι
grande surface où on projette un film au cinéma
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
écrans
Παραδείγματα
Le film passe sur l'écran du cinéma.
Η ταινία προβάλλεται στην οθόνη του κινηματογράφου.
02
οθόνη, οθόνη υπολογιστή
surface où s'affichent des images ou des informations
Παραδείγματα
L'écran de mon ordinateur est cassé.
Η οθόνη του υπολογιστή μου είναι σπασμένη.



























