l'éclaireur
éclaireur

Ορισμός και σημασία του "éclaireur"στα γαλλικά

01

پیشاهنگ (پسر یا دختر) , -

γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L'éclaireur avançait devant le reste de l'unité. 
02

- , -

Παραδείγματα
Il fut l'éclaireur d'un nouveau mouvement artistique. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store