Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'éclat
01
petit morceau qui se détache d'un objet cassé, brisé ou endommagé , -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Un éclat de verre était resté sur le sol.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
petit morceau qui se détache d'un objet cassé, brisé ou endommagé , -