Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
éclairer
01
φωτίζω, φωταγωγώ
donner de la lumière ou rendre plus clair
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
éclaire
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
éclairons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
éclairerai
ενεστώτα μετοχή
éclairant
παθητική μετοχή
éclairé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
éclairions
Παραδείγματα
Le soleil éclaire la pièce dès le matin.
Ο ήλιος φωτίζει το δωμάτιο από το πρωί.



























