éclairer
Pronunciation
/ekleʀe/

Ορισμός και σημασία του "éclairer"στα γαλλικά

éclairer
01

φωτίζω, φωταγωγώ

donner de la lumière ou rendre plus clair
éclairer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
éclaire
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
éclairons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
éclairerai
ενεστώτα μετοχή
éclairant
παθητική μετοχή
éclairé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
éclairions
Παραδείγματα
Cette lanterne éclaire très bien le jardin.
Αυτή η λάμπα φωτίζει τον κήπο πολύ καλά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store