Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'échange
01
ανταλλαγή, ανταλλαγή
action de donner quelque chose et de recevoir autre chose en retour
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
échanges
Παραδείγματα
Ils ont fait un échange de cadeaux à Noël.
Έκαναν μια ανταλλαγή δώρων στα Χριστούγεννα.
02
ανταλλαγή, συνομιλία
action de communiquer ou de partager des idées, des paroles, des sentiments
Παραδείγματα
Leur échange a été très enrichissant.
03
ανταλλαγή, ράλι
suite de coups renvoyés successivement par les joueurs pendant un match (surtout au tennis, ping-pong, etc.)
Παραδείγματα
L'échange a duré plus de vingt coups avant que le point ne soit marqué.
Η ανταλλαγή διήρκεσε πάνω από είκοσι χτυπήματα πριν σημειωθεί το πόντος.



























