échancré
échancré
eʃɑ̃kʁe
eshaakre

Ορισμός και σημασία του "échancré"στα γαλλικά

échancré
01

βαθιά κομμένο, βαθιά ανοιγμένο

qui est profondément découpé ou ouvert, souvent utilisé pour décrire un vêtement avec un décolleté ou une découpe marquée 
échancré definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus échancré
συγκριτικός βαθμός
plus échancré
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
échancré
αρσενικό πληθυντικό
échancrés
θηλυκό ενικό
échancrée
θηλυκό πληθυντικό
échancrées
Παραδείγματα
Elle porte une robe échancrée dans le dos. 

Φοράει ένα φόρεμα βαθιά κομμένο στην πλάτη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store