éblouir
éblouir
ebluiʁ
eblooir

Ορισμός και σημασία του "éblouir"στα γαλλικά

éblouir
01

τυφλώνω, εντυπωσιάζω

impressionner vivement par un éclat ou une performance exceptionnelle 
éblouir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
éblouis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
éblouissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
éblouirai
ενεστώτα μετοχή
éblouissant
παθητική μετοχή
ébloui
α΄ πληθυντικό παρατατικού
éblouissions
Παραδείγματα
Le soleil m'a ébloui en sortant du tunnel. 

Ο ήλιος με τυφλώσει όταν βγήκα από το τούνελ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store