Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
éblouir
01
τυφλώνω, εντυπωσιάζω
impressionner vivement par un éclat ou une performance exceptionnelle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
éblouis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
éblouissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
éblouirai
ενεστώτα μετοχή
éblouissant
παθητική μετοχή
ébloui
α΄ πληθυντικό παρατατικού
éblouissions



























