éblouir
Pronunciation
/ebluiʀ/

Ορισμός και σημασία του "éblouir"στα γαλλικά

éblouir
01

τυφλώνω, εντυπωσιάζω

impressionner vivement par un éclat ou une performance exceptionnelle
éblouir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
éblouis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
éblouissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
éblouirai
ενεστώτα μετοχή
éblouissant
παθητική μετοχή
ébloui
α΄ πληθυντικό παρατατικού
éblouissions
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store