Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zapper
01
γρήγορα αλλάζω κανάλι, ζάπινγκ
changer rapidement de chaîne de télévision avec une télécommande
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
zappe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
zappons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
zapperai
ενεστώτα μετοχή
zappant
παθητική μετοχή
zappé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
zappions
Παραδείγματα
Il passe son temps à zapper pendant les pubs.
Περνάει τον χρόνο του αλλάζοντας κανάλια κατά τη διάρκεια των διαφημίσεων.
02
ξεχνώ εντελώς, παραβλέπω
oublier complètement quelque chose
Παραδείγματα
J'ai complètement zappé notre rendez-vous hier!
Ξέχασα εντελώς το ραντεβού μας χθες.
03
αλλάζω γρήγορα, πηδώ από το ένα στο άλλο
passer rapidement d'une activité à une autre sans se concentrer
Παραδείγματα
Il zappe constamment entre ses projets sans en terminer aucun.
Πηδάει συνεχώς μεταξύ των έργων του χωρίς να ολοκληρώσει κανένα.



























