Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le yo-yo
01
γιόγιο, γιογιο
jouet composé d'une roue ou disque fixé à une ficelle, que l'on fait monter et descendre en la manipulant avec la main
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
yo-yos
Παραδείγματα
L'enfant joue avec son yo-yo dans le parc.
Το παιδί παίζει με το γιό-γιο του στο πάρκο.



























