Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le yaourt
[gender: masculine]
01
γιαούρτι, γιαούρτι
aliment fait avec du lait fermenté, utilisé comme dessert ou collation
Παραδείγματα
Le yaourt peut être sucré ou nature.
Το γιαούρτι μπορεί να είναι γλυκό ή φυσικό.



























