les yeux
Pronunciation
/jø/

Ορισμός και σημασία του "yeux"στα γαλλικά

01

μάτια, μάτια

organes du visage qui servent à voir
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
yeux
Παραδείγματα
Il m' a regardé droit dans les yeux.
Με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store