la vérité
Pronunciation
/veʀite/

Ορισμός και σημασία του "vérité"στα γαλλικά

01

αλήθεια, πραγματικότητα

ce qui est réel et exact, ce qui correspond aux faits
la vérité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La vérité sur cet incident reste inconnue.
Η αλήθεια για αυτό το περιστατικό παραμένει άγνωστη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store