Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La vérité
[gender: feminine]
01
αλήθεια, πραγματικότητα
ce qui est réel et exact, ce qui correspond aux faits
Παραδείγματα
La vérité sur cet incident reste inconnue.
Η αλήθεια για αυτό το περιστατικό παραμένει άγνωστη.



























