Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
voluptueux
01
ηδονιστικός, αισθησιακός
qui aime le plaisir et la sensualité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus voluptueux
συγκριτικός βαθμός
plus voluptueux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
voluptueux
αρσενικό πληθυντικό
voluptueux
θηλυκό ενικό
voluptueuse
θηλυκό πληθυντικό
voluptueuses
Παραδείγματα
Il menait une vie voluptueuse remplie de luxe et de plaisirs.
Έζησε μια ηδονική ζωή γεμάτη πολυτέλεια και απολαύσεις.
02
συμμετρικός, γευστικός
qui est bien en chair et séduisant
Παραδείγματα
Elle a une silhouette voluptueuse qui attire les regards.
Έχει μια πλούσια σιλουέτα που τραβάει τα βλέμματα.



























