Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
voluptueux
01
ηδονιστικός, αισθησιακός
qui aime le plaisir et la sensualité
Παραδείγματα
Le parfum avait un arôme voluptueux et envoûtant.
Το άρωμα είχε μια αισθησιακή και μαγευτική μυρωδιά.
02
συμμετρικός, γευστικός
qui est bien en chair et séduisant
Παραδείγματα
Elle a toujours été fière de ses formes voluptueuses.
Ήταν πάντα περήφανη για τα πλούσια της σχήματα.



























