voluptueux

Ορισμός και σημασία του "voluptueux"στα γαλλικά

voluptueux
01

ηδονιστικός, αισθησιακός

qui aime le plaisir et la sensualité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus voluptueux
συγκριτικός βαθμός
plus voluptueux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
voluptueux
αρσενικό πληθυντικό
voluptueux
θηλυκό ενικό
voluptueuse
θηλυκό πληθυντικό
voluptueuses
Παραδείγματα
Le parfum avait un arôme voluptueux et envoûtant.
Το άρωμα είχε μια αισθησιακή και μαγευτική μυρωδιά.
02

συμμετρικός, γευστικός

qui est bien en chair et séduisant
Παραδείγματα
Elle a toujours été fière de ses formes voluptueuses.
Ήταν πάντα περήφανη για τα πλούσια της σχήματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store