Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
volontaire
01
εκούσιος, αυθόρμητος
fait de son propre choix, sans contrainte
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus volontaire
συγκριτικός βαθμός
plus volontaire
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
volontaire
αρσενικό πληθυντικό
volontaires
θηλυκό ενικό
volontaire
θηλυκό πληθυντικό
volontaires
Παραδείγματα
Elle a participé à l'activité de manière volontaire.
Συμμετείχε στην δραστηριότητα εκούσια.
02
εκούσιος, επιτηδευμένος
fait exprès, intentionnel
Παραδείγματα
Il a causé un dommage volontaire à la voiture.
Προκάλεσε εκούσια ζημιά στο αυτοκίνητο.
Le volontaire
01
εθελοντής, εθελόντρια
personne qui offre son aide ou son service de son propre choix
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
volontaires
Παραδείγματα
Elle est volontaire dans une association caritative.
Είναι εθελόντρια σε μια φιλανθρωπική οργάνωση.



























