Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le volleyball
[gender: masculine]
01
πετοσφαίριση, βόλεϊ
sport d'équipe où deux équipes se renvoient un ballon par-dessus un filet sans le laisser tomber au sol
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Il s' entraîne au volleyball trois fois par semaine.
Προπονείται στο βόλεϊ τρεις φορές την εβδομάδα.



























