Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le volleyball
01
πετοσφαίριση, βόλεϊ
sport d'équipe où deux équipes se renvoient un ballon par-dessus un filet sans le laisser tomber au sol
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Les élèves jouent au volleyball dans le gymnase.
Οι μαθητές παίζουν βόλεϊ στο γυμναστήριο.



























