Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vieillir
01
γερνάω, παλιώνω
devenir plus âgé avec le temps
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
vieillis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
vieillissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
vieillirai
ενεστώτα μετοχή
vieillissant
παθητική μετοχή
vieilli
α΄ πληθυντικό παρατατικού
vieillissions
Παραδείγματα
Il a l' impression de vieillir plus vite depuis sa retraite.
Έχει την εντύπωση ότι γερνάει πιο γρήγορα από τη στιγμή της συνταξιοδότησής του.
02
γερνώ, κάνω να γεράσει
causer le processus de vieillissement
Παραδείγματα
La maladie a fait vieillir son visage.
Η ασθένεια γέρασε το πρόσωπό του.



























