vieillir
viei
vjɛ
vye
llir
jiʁ
yir
vieillard

Ορισμός και σημασία του "vieillir"στα γαλλικά

vieillir
01

γερνάω, παλιώνω

devenir plus âgé avec le temps 
vieillir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
vieillis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
vieillissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
vieillirai
ενεστώτα μετοχή
vieillissant
παθητική μετοχή
vieilli
α΄ πληθυντικό παρατατικού
vieillissions
Παραδείγματα
Tout le monde vieillit un peu chaque jour. 

Γερνάω είναι κάτι που κάνουν όλοι λίγο κάθε μέρα.

02

γερνώ, κάνω να γεράσει

causer le processus de vieillissement 
Παραδείγματα
Le stress peut faire vieillir prématurément. 

Το στρες μπορεί να σας κάνει να γηράσετε πρόωρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store