Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vestimentaire
01
ενδυματολογικός, σχετικός με τα ρούχα
qui concerne les vêtements ou la manière de s'habiller
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
vestimentaire
αρσενικό πληθυντικό
vestimentaires
θηλυκό ενικό
vestimentaire
θηλυκό πληθυντικό
vestimentaires
Παραδείγματα
Les règles vestimentaires sont strictes dans cette école.
Οι κανόνες ενδυμασίας είναι αυστηροί σε αυτό το σχολείο.



























