Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vestimentaire
01
ενδυματολογικός, σχετικός με τα ρούχα
qui concerne les vêtements ou la manière de s'habiller
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
vestimentaire
αρσενικό πληθυντικό
vestimentaires
θηλυκό ενικό
vestimentaire
θηλυκό πληθυντικό
vestimentaires
Παραδείγματα
Cette boutique vend des articles vestimentaires de qualité.
Αυτό το κατάστημα πουλάει ποιοτικά ενδυματικά είδη.



























