Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
valoriser
01
αναβαθμίζω την αξία, βελτιώνω
donner plus de valeur ou d'importance à quelque chose ou quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
valorise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
valorisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
valoriserai
ενεστώτα μετοχή
valorisant
παθητική μετοχή
valorisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
valorisions
Παραδείγματα
Nous devons valoriser nos ressources naturelles.
Πρέπει να αξιολογήσουμε τους φυσικούς μας πόρους.



























