valoir
Pronunciation
/valwaʀ/

Ορισμός και σημασία του "valoir"στα γαλλικά

valoir
01

αξίζω, αξίζω

avoir une certaine valeur ou mériter quelque chose
valoir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
vaux
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
valons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
vaudrai
ενεστώτα μετοχή
valant
παθητική μετοχή
valu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
valions
Παραδείγματα
Il a fait un effort qui lui a valu des compliments.
Έκανε μια προσπάθεια που του απέφερε κομπλιμέντα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store