Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
valoir
01
αξίζω, αξίζω
avoir une certaine valeur ou mériter quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
vaux
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
valons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
vaudrai
ενεστώτα μετοχή
valant
παθητική μετοχή
valu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
valions
Παραδείγματα
Il a fait un effort qui lui a valu des compliments.
Έκανε μια προσπάθεια που του απέφερε κομπλιμέντα.



























