Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
valoir
01
αξίζω, αξίζω
avoir une certaine valeur ou mériter quelque chose
Παραδείγματα
Il a fait un effort qui lui a valu des compliments.
Έκανε μια προσπάθεια που του απέφερε κομπλιμέντα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αξίζω, αξίζω