la vapeur
Pronunciation
/vapœʀ/

Ορισμός και σημασία του "vapeur"στα γαλλικά

La vapeur
[gender: feminine]
01

ατμός, υδρατμός

gaz produit par l'eau chauffée
la vapeur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Le miroir est couvert de vapeur après la douche.
Ο καθρέφτης είναι καλυμμένος με ατμό μετά το ντους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store