Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vaincre
01
νικώ, κατακτώ
triompher ou réussir à surmonter quelqu'un ou quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
vaincs
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
vainquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
vaincrai
ενεστώτα μετοχή
vainquant
παθητική μετοχή
vaincu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
vainquions
Παραδείγματα
L'armée a vaincu l'ennemi après une longue bataille.
Ο στρατός νίκησε τον εχθρό μετά από μια μακρά μάχη.



























