vaincre
vaincre
vɛ̃kʁ
vekr

Ορισμός και σημασία του "vaincre"στα γαλλικά

vaincre
01

νικώ, κατακτώ

triompher ou réussir à surmonter quelqu'un ou quelque chose 
vaincre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
vaincs
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
vainquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
vaincrai
ενεστώτα μετοχή
vainquant
παθητική μετοχή
vaincu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
vainquions
Παραδείγματα
L'armée a vaincu l'ennemi après une longue bataille. 

Ο στρατός νίκησε τον εχθρό μετά από μια μακρά μάχη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store