Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
utile
01
χρήσιμος, πρακτικός
qui sert à quelque chose, qui a une fonction pratique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus utile
συγκριτικός βαθμός
plus utile
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
utile
αρσενικό πληθυντικό
utiles
θηλυκό ενικό
utile
θηλυκό πληθυντικό
utiles
Παραδείγματα
Les informations sur le site sont très utiles.
Οι πληροφορίες στον ιστότοπο είναι πολύ χρήσιμες.



























