Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
user
01
εξαντλώ, κουράζω
affaiblir progressivement (une personne, une ressource)
Παραδείγματα
Ce projet m'a complètement usé mentalement.
Αυτό το έργο με εξάντλησε πλήρως ψυχικά.
02
φθείρομαι
se détériorer avec l'usage ou le temps
Παραδείγματα
Les marches en pierre s'usent avec les pas des visiteurs.
Οι πέτρινες σκάλες φθείρονται από τα βήματα των επισκεπτών.
03
κουράζομαι υπερβολικά, εξαντλούμαι
se fatiguer excessivement
Παραδείγματα
Elle s'use à travailler jour et nuit.
Κουράζεται δουλεύοντας μέρα και νύχτα.
04
χρησιμοποιώ, αξιοποιώ
faire usage de quelque chose (un droit , une qualité, un moyen)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
use
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
usons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
userai
παθητική μετοχή
usé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
usions
Παραδείγματα
Il faut user de diplomatie dans cette situation.
Σε αυτήν την κατάσταση πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τη διπλωματία.



























