Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
user
01
εξαντλώ, κουράζω
affaiblir progressivement (une personne, une ressource)
Παραδείγματα
Les disputes quotidiennes usent leur mariage.
Οι καθημερινές διαφωνίες φθείρουν τον γάμο τους.
02
φθείρομαι
se détériorer avec l'usage ou le temps
Παραδείγματα
Les pièces de la machine s' usent et doivent être remplacées.
Τα μέρη του μηχανήματος φθείρονται και πρέπει να αντικατασταθούν.
03
κουράζομαι υπερβολικά, εξαντλούμαι
se fatiguer excessivement
Παραδείγματα
Les artistes s' usent parfois à force de créativité intense.
Οι καλλιτέχνες μερικές φορές κουράζονται από την έντονη δημιουργικότητα.
04
χρησιμοποιώ, αξιοποιώ
faire usage de quelque chose (un droit, une qualité, un moyen)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
use
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
usons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
userai
παθητική μετοχή
usé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
usions
Παραδείγματα
Ils ont usé de patience pendant des mois.
Χρησιμοποίησαν υπομονή για μήνες.



























