Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
urbain
01
αστικός, πολιτικός
qui appartient à la ville ou qui se rapporte à la vie citadine
Παραδείγματα
Les transports urbains facilitent les déplacements en ville.
Η αστική μεταφορά διευκολύνει τις μετακινήσεις στην πόλη.



























