Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'unité
[gender: feminine]
01
μονάδα, μέτρο
quantité de base utilisée pour mesurer une grandeur
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
unités
Παραδείγματα
Le litre est l' unité de volume utilisée pour l' eau.
Το λίτρο είναι η μονάδα όγκου που χρησιμοποιείται για το νερό.
02
ενότητα, αρμονία
état d'harmonie ou d'accord entre éléments ou personnes
Παραδείγματα
L' unité dans les idées permet de mieux convaincre.
Η ενότητα στις ιδέες επιτρέπει καλύτερη πειθώ.



























