Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'unité
01
μονάδα, μέτρο
quantité de base utilisée pour mesurer une grandeur
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
unités
Παραδείγματα
Le mètre est une unité de longueur.
Το μέτρο είναι μια μονάδα μήκους.
02
ενότητα, αρμονία
état d'harmonie ou d'accord entre éléments ou personnes
Παραδείγματα
L'unité de l'équipe est essentielle pour réussir.
Η ενότητα της ομάδας είναι απαραίτητη για την επιτυχία.



























