l'unité
u
y
y
nité
nite
nite
unicitéusité

Ορισμός και σημασία του "unité"στα γαλλικά

01

μονάδα, μέτρο

quantité de base utilisée pour mesurer une grandeur 
l'unité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
unités
Παραδείγματα
Le mètre est une unité de longueur. 

Το μέτρο είναι μια μονάδα μήκους.

02

ενότητα, αρμονία

état d'harmonie ou d'accord entre éléments ou personnes 
Παραδείγματα
L'unité de l'équipe est essentielle pour réussir. 

Η ενότητα της ομάδας είναι απαραίτητη για την επιτυχία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store