urbain
urbain
yʁbɛ̃
yrbe

Ορισμός και σημασία του "urbain"στα γαλλικά

01

αστικός, πολιτικός

qui appartient à la ville ou qui se rapporte à la vie citadine 
urbain definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
urbain
αρσενικό πληθυντικό
urbains
θηλυκό ενικό
urbaine
θηλυκό πληθυντικό
urbaines
θεματικό πεδίο
géographie, société, habitat
Παραδείγματα
Il préfère le mode de vie urbain aux zones rurales. 

Προτιμά τον αστικό τρόπο ζωής από τις αγροτικές περιοχές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store