Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
urbain
01
αστικός, πολιτικός
qui appartient à la ville ou qui se rapporte à la vie citadine
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
urbain
αρσενικό πληθυντικό
urbains
θηλυκό ενικό
urbaine
θηλυκό πληθυντικό
urbaines
Παραδείγματα
Les transports urbains facilitent les déplacements en ville.
Η αστική μεταφορά διευκολύνει τις μετακινήσεις στην πόλη.



























