Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'université
01
πανεπιστήμιο
établissement d'enseignement supérieur où l'on étudie différentes matières académiques
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
universités
Παραδείγματα
Elle est professeur à l' université depuis dix ans.
Είναι καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο εδώ και δέκα χρόνια.



























