Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
télécharger
01
κατεβάζω
copier des données ou des fichiers d'internet ou d'un autre appareil vers son ordinateur ou téléphone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
télécharge
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
téléchargeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
téléchargerai
ενεστώτα μετοχή
téléchargeant
παθητική μετοχή
téléchargé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
téléchargions
Παραδείγματα
Je vais télécharger ce fichier sur mon ordinateur.
Πρόκειται να κατεβάσω αυτό το αρχείο στον υπολογιστή μου.



























