Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tâtonner
01
ψηλαφώ, προχωρώ προσεκτικά
chercher quelque chose en touchant ou en avançant prudemment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
tâtonne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
tâtonnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
tâtonnerai
ενεστώτα μετοχή
tâtonnant
παθητική μετοχή
tâtonné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
tâtonnions
Παραδείγματα
Il tâtonne dans le noir pour trouver l'interrupteur.
Ψηλαφά στο σκοτάδι για να βρει το διακόπτη.
02
ψηλαφώ, προσπαθώ με δοκιμές και λάθη
essayer différentes solutions pour trouver la bonne
Παραδείγματα
Elle tâtonne pour résoudre ce problème complexe.
Αυτή ψηλαφεί για να λύσει αυτό το πολύπλοκο πρόβλημα.



























