Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
télédiffuser
01
μεταδίδω στην τηλεόραση, εκπέμπω τηλεοπτικά
transmettre et montrer un programme par le biais de la télévision, en direct ou en différé
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
télédiffuse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
télédiffusons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
télédiffuserai
παθητική μετοχή
télédiffusé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
télédiffusions
Παραδείγματα
La chaîne va télédiffuser le match ce soir.
Το κανάλι θα μεταδώσει τον αγώνα απόψε.
LanGeek



























