Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trouble
01
θολός, θολωμένος
qui n'est pas clair, limpide ou transparent ; obscurci ou opaque
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus trouble
συγκριτικός βαθμός
plus trouble
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
trouble
αρσενικό πληθυντικό
troubles
θηλυκό ενικό
trouble
θηλυκό πληθυντικό
troubles
Παραδείγματα
L'eau du lac est trouble après la pluie.
Το νερό της λίμνης είναι θολό μετά τη βροχή.
Le trouble
01
διαταραχή, αταξία
difficulté, perturbation ou anomalie dans le fonctionnement normal du corps, de l'esprit ou d'une situation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
troubles
Παραδείγματα
Le trouble de sommeil l'empêche de bien se reposer.
Η διαταραχή του ύπνου τον εμποδίζει να ξεκουραστεί καλά.



























