la tristesse
Pronunciation
/tʀistɛs/

Ορισμός και σημασία του "tristesse"στα γαλλικά

La tristesse
[gender: feminine]
01

θλίψη, μελαγχολία

sentiment de peine, de chagrin ou de mélancolie
la tristesse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
tristesses
Παραδείγματα
Même dans la tristesse, il garde espoir.
Λύπη είναι ένα συναίσθημα θλίψης, πένθους ή μελαγχολίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store