Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tripler
01
τριπλασιάζω, πολλαπλασιάζω επί τρία
multiplier par trois , devenir trois fois plus grand
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
triple
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
triplons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
triplerai
ενεστώτα μετοχή
triplant
παθητική μετοχή
triplé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
triplions
Παραδείγματα
Le prix des légumes a triplé cet été.
Η τιμή των λαχανικών τριπλασιάστηκε αυτό το καλοκαίρι.



























