Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
triomphal
01
θριαμβευτικός, νικηφόρος
lié à un grand succès ou à une victoire
Παραδείγματα
La manifestation s' est terminée par une parade triomphale.
Η διαδήλωση τελείωσε με μια θριαμβευτική παρέλαση.
02
θριαμβευτικός, νικηφόρος
qui exprime la fierté ou la satisfaction d'un triomphe
Παραδείγματα
Il s' est penché sur le podium avec un air triomphal.
Σκύφτηκε στο βάθρο με μια θριαμβευτική έκφραση.
03
θριαμβευτικός, ένδοξος
qui est digne d'un triomphe, remarquable par sa grandeur
Παραδείγματα
Le feu d' artifice a illuminé le ciel de manière triomphale.
Τα πυροτεχνήματα φώτισαν τον ουρανό με θριαμβευτικό τρόπο.



























