tripler
trip
tʁip
trip
ler
le
le

Ορισμός και σημασία του "tripler"στα γαλλικά

tripler
01

τριπλασιάζω, πολλαπλασιάζω επί τρία

multiplier par trois , devenir trois fois plus grand 
tripler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
triple
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
triplons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
triplerai
ενεστώτα μετοχή
triplant
παθητική μετοχή
triplé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
triplions
Παραδείγματα
Le prix des légumes a triplé cet été. 

Η τιμή των λαχανικών τριπλασιάστηκε αυτό το καλοκαίρι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store