Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
triste à mourir
01
λυπημένος μέχρι θανάτου, με σπασμένη καρδιά
extrêmement triste, au point d'en être accablé
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
triste à mourir
αρσενικό πληθυντικό
tristes à mourir
θηλυκό ενικό
triste à mourir
θηλυκό πληθυντικό
tristes à mourir
Παραδείγματα
Il est triste à mourir quand il pense à ses erreurs passées.
Είναι θλιμμένος μέχρι θανάτου όταν σκέφτεται τα παρελθοντικά του λάθη.



























