Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trier
01
ταξινομώ, διαχωρίζω
séparer ou classer des objets selon leur nature ou leur catégorie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
trie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
trions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
trierai
ενεστώτα μετοχή
triant
παθητική μετοχή
trié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
triions
Παραδείγματα
Il faut trier les déchets avant de les jeter.
Πρέπει να διαχωρίζουμε τα σκουπίδια πριν τα πετάξουμε.



























