Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trembler
01
τρέμω, δονώ
bouger rapidement de manière involontaire, souvent à cause du froid, de la peur ou de l'émotion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
tremble
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
tremblons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
tremblerai
ενεστώτα μετοχή
tremblant
παθητική μετοχή
tremblé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
tremblions
Παραδείγματα
Il tremble d' émotion en revoyant son ami après des années.
Τρέμει από συναίσθημα βλέποντας ξανά τον φίλο του μετά από χρόνια.



























