trembler
trembler
tʁɑ̃ble
traable
tremblotertroubler

Ορισμός και σημασία του "trembler"στα γαλλικά

trembler
01

τρέμω, δονώ

bouger rapidement de manière involontaire, souvent à cause du froid, de la peur ou de l'émotion 
trembler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
tremble
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
tremblons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
tremblerai
ενεστώτα μετοχή
tremblant
παθητική μετοχή
tremblé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
tremblions
Παραδείγματα
Il tremble de froid dehors. 

Τρέμει από το κρύο έξω.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store