Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
traverser
01
διασχίζω, περνώ
passer d'un côté à l'autre, franchir un espace
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
traverse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
traversons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
traverserai
ενεστώτα μετοχή
traversant
παθητική μετοχή
traversé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
traversions
Παραδείγματα
Ils ont traversé la ville à pied.
Διέσχισαν την πόλη με τα πόδια.
02
διασχίζω, περνώ μέσα από
passer à travers une matière, une surface ou un objet
Παραδείγματα
Le vent traverse les murs mal isolés.
Ο άνεμος διαπερνά τους καλά μονωμένους τοίχους.
03
διασχίζω, υποφέρω
vivre ou connaître une situation, souvent difficile ou marquante
Παραδείγματα
J' ai traversé des moments de doute.
Έχω διανύσει στιγμές αμφιβολίας.



























