Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
traverser
01
διασχίζω, περνώ
passer d'un côté à l'autre, franchir un espace
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
traverse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
traversons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
traverserai
ενεστώτα μετοχή
traversant
παθητική μετοχή
traversé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
traversions
Παραδείγματα
Il traverse la rue avec prudence.
Διασχίζει το δρόμο με προσοχή.
02
διασχίζω, περνώ μέσα από
passer à travers une matière, une surface ou un objet
Παραδείγματα
La lumière traverse le verre.
Το φως διαπερνά το γυαλί.
03
διασχίζω, υποφέρω
vivre ou connaître une situation, souvent difficile ou marquante
Παραδείγματα
Elle a traversé une période très difficile.
Αυτή πέρασε μια πολύ δύσκολη περίοδο.



























