Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La transaction
01
συναλλαγή, επέμβαση
opération par laquelle deux parties conviennent d'un échange ou d'une vente
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
transactions
Παραδείγματα
La transaction a été conclue avec succès.
Η συναλλαγή ολοκληρώθηκε με επιτυχία.
Λεξικό Δέντρο
transaction
transact



























