Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le titulaire
01
κάτοχος, ιδιοκτήτης
personne qui possède officiellement un titre, un poste ou un droit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
titulaires
Παραδείγματα
Le titulaire du permis doit être présent.
Ο κάτοχος της άδειας πρέπει να είναι παρών.



























