timide
timide
tsɪmɪd
tsimid

Ορισμός και σημασία του "timide"στα γαλλικά

01

ντροπαλός, συνεσταλμένος

qui a peur ou qui n'aime pas parler devant les autres 
timide definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus timide
συγκριτικός βαθμός
plus timide
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
timide
αρσενικό πληθυντικό
timides
θηλυκό ενικό
timide
θηλυκό πληθυντικό
timides
Παραδείγματα
Il est timide devant la classe. 

Είναι ντροπαλός μπροστά στην τάξη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store