Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
terroriser
01
τρομοκρατώ, φοβερίζω
provoquer une peur intense chez quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
terrorise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
terrorisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
terroriserai
ενεστώτα μετοχή
terrorisant
παθητική μετοχή
terrorisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
terrorisions
Παραδείγματα
Le voleur a terrorisé les passants dans la rue.
Ο κλέφτης τρομοκράτησε τους περαστικούς στο δρόμο.



























