terroriser
terroriser
tɛʁɔʁize
terawrize
rediffuserferronnierredémarrerquadrupler

Ορισμός και σημασία του "terroriser"στα γαλλικά

terroriser
01

τρομοκρατώ, φοβερίζω

provoquer une peur intense chez quelqu'un 
terroriser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
terrorise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
terrorisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
terroriserai
ενεστώτα μετοχή
terrorisant
παθητική μετοχή
terrorisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
terrorisions
Παραδείγματα
Le film d'horreur a terrorisé les enfants. 

Η ταινία τρόμου τρομοκράτησε τα παιδιά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store