terrifiant
terrifiant
tɛʁifjɑ̃
terifyaa

Ορισμός και σημασία του "terrifiant"στα γαλλικά

terrifiant
01

qui provoque une grande peur ou effroi 

terrifiant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus terrifiant
συγκριτικός βαθμός
plus terrifiant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
terrifiant
αρσενικό πληθυντικό
terrifiants
θηλυκό ενικό
terrifiante
θηλυκό πληθυντικό
terrifiantes
Παραδείγματα
Le film d'horreur était terrifiant du début à la fin. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store