la tente
tente
tãt
tant
tenueteintetantetrente

Ορισμός και σημασία του "tente"στα γαλλικά

01

σκηνή, καλύβα

abri léger en tissu que l'on installe pour dormir dehors 
la tente definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
tentes
Παραδείγματα
Ils ont monté une tente dans la forêt. 

Έστησαν μια σκηνή στο δάσος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store